ΣΥΝΤΟΜΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

27 Δεκεμβρίου 2013

Η ελληνική γλώσσα είναι μία από τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Αποτελεί το μοναδικό μέλος ενός ανεξάρτητου κλάδου της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών. Ανήκει επίσης στον βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Στην ελληνική γλώσσα, έχουμε γραπτά κείμενα από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι σήμερα.

 

Η ελληνική υπήρξε στην αρχαιότητα η πιο διαδεδομένη γλώσσα στην Μεσόγειο και στην Νότια Ευρώπη κυρίως εξαιτίας του πλήθους των αποικιών που είχαν ιδρυθεί από τους Έλληνες στις ακτές της Μεσογείου και έφτασε να είναι η γλώσσα του εμπορίου ακόμα και μέχρι τα τέλη της Αλεξανδρινής περιόδου. Η ελληνική σήμερα αποτελεί τη μητρική γλώσσα περίπου 12 εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως στην Ελλάδα και την Κύπρο. Αποτελεί επίσης την μητρική γλώσσα αυτοχθόνων πληθυσμών στην Αλβανία, τη Βουλγαρία, την ΠΓΔΜ, την Ιταλία και την Τουρκία. Εξαιτίας της μετανάστευσης η γλώσσα ομιλείται ακόμα σε χώρες-προορισμούς ελληνόφωνων πληθυσμών μεταξύ των οποίων η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία, και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός ανθρώπων που μιλούν ελληνικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα είναι γύρω στα 25 εκατομμύρια.

Τα ελληνικά είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου και μία από τις 23 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης είναι αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα στην Αλβανία, την Αρμενία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, την Ρουμανία και την Ουκρανία.

Για την πρώτη φάση (πρωτοελληνική) η οποία τοποθετείται πριν το 1600 π.Χ., οι όποιες γνώσεις μας για την ελληνική γλώσσα βασίζονται σε τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία. Η πρωτοελληνική  είχε διατηρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της Ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας.

Στην αμέσως επόμενη φάση (μυκηναϊκή ελληνική), η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και από ορισμένους στίχους των Ομηρικών επών, παρατηρούμε εξίσου πολλούς αρχαϊσμούς.

Στην κλασική ελληνική, αρχαιότερα κείμενα της οποίας είναι  τα Ομηρικά Έπη και αρχαιότερο τεκμήριο η επιγραφή του Διπύλου, το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή διαλεκτική  διαφοροποίηση, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πολυδιάσπαση του ελληνόφωνου κόσμου σε διάφορα κρατίδια. Ως προς το αν οι βασικές διάλεκτοι της κλασικής εποχής (ιωνική, αιολική, δωρική κ.λπ.) δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα λόγω της πολιτικής πολυδιάσπασης των Ελλήνων ή «ήρθαν» μαζί με τα αντίστοιχα φύλα κατά την εποχή του χαλκού, οι γνώμες διίστανται. Φαίνεται πως δεν αποκλείεται να συνέβησαν και τα δύο. Πάντως οι διάλεκτοι της κλασικής εποχής διέφεραν αρκετά μεταξύ τους .

Μία από τις σημαντικότερες διαλέκτους της κλασικής εποχής ήταν η αττική διάλεκτος που χρησιμοποιούνταν κυρίως στην Αθήνα αλλά και ως γλώσσα των φιλοσόφων των επιστημόνων.. Η αττική διάλεκτος προέρχεται από την ιωνική (τη βασική διάλεκτο των Ομηρικών επών) με αρκετές δωρικές επιδράσεις επιδράσεις. Υιοθετήθηκε ως επίσημη γλώσσα όλης της Ελλάδας από τον Φίλιππο της Μακεδονίας και ως επίσημη γλώσσα ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου από τον γιο του Αλέξανδρο. Από αυτήν προέρχονται απ' ευθείας σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες ελληνικές διάλεκτοι.Αποτέλεσμα της χρήσης της αττικής διαλέκτου ως δεύτερης (και συχνά πρώτης) γλώσσας από πάρα πολλούς αλλόγλωσσους (αλλά και από ελληνόφωνους που μιλούσαν πρωτύτερα μια άλλη ελληνική διάλεκτο) ήταν σαρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών ήταν η Ελληνιστική Κοινή, η οποία μαρτυρείται κυρίως στην Καινή Διαθήκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια εποχή έχουμε και τους πρώτους αττικιστές, αυτούς που θεωρούσαν απαραίτητη τη διατήρηση της «αυθεντικής» αττικής διαλέκτου, τουλάχιστον στο γραπτό λόγο (πρώτη εμφάνιση του γλωσσικού διχασμού). Η ελληνιστική κοινή εξελίχθηκε στη μεσαιωνική ελληνική, αυτό φαίνεται κυρίως από δημοτικά τραγούδια.

Τα όρια μεταξύ νέας ελληνικής και μεσαιωνικής ελληνικής δεν είναι ιδιαίτερα σαφή, πάντως τοποθετούνται χονδρικά κάπου στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Κατά την περίοδο αυτή καθώς και στην Τουρκοκρατία  είχαμε μια εξίσου έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση η οποία συνεχιζόταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Από την αρχαιότητα ως τα νεότερα χρόνια  ο γλωσσικός διχασμός ταλαιπωρεί την ελληνική γλώσσα. Πρωτοεμφανίζεται με τους αττικιστές τον 1ο αιώνα π.Χ. αργότερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας με τους προοδευτικούς και τους συντηρητικούς της γλώσσας   και του Πρώτου Ελληνικού Κράτους με την προσπάθεια «καθαρισμού» της ελληνικής και στη συνέχεια ως και τον 20ο αιώνα με τη διαμάχη ανάμεσα σε καθαρεύουσα και δημοτική. Το 1977  λύνεται οριστικά το «γλωσσικό θέμα» με τη θέσπιση της δημοτικής. Η Νέα Ελληνική που χρησιμοποιείται σήμερα, αποτελείται από συνένωση στοιχείων της δημοτικής και της καθαρεύουσας και βρίσκεται κοντά στην Ελληνιστική Κοινή των χρόνων του Χριστού.

Η Ελληνική γλώσσα απαριθμεί πάνω από 800.000 λήμματα, πολλά από τα οποία συναντώνται σε αρκετές ξένες γλώσσες, καθιστώντας την, την πιο πλούσια γλώσσα του κόσμου. Διδάσκεται σε πολλά πανεπιστήμια του εξωτερικού, χάριν στη λειτουργικότητά της, καθώς η μουσικότητα των λέξεων σε συνδυασμό με την εννοιολογική αξία, επιτυγχάνουν ψυχική αρμονία και πνευματική διαύγεια. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Γερμανού φιλοσόφου Martin Heidegger... "η αρχαία Ελληνική γλώσσα ανήκει στα πρότυπα, μέσα από τα οποία προβάλλουν οι πνευματικές δυνάμεις της δημιουργικής μεγαλοφυΐας, διότι αναφορικά προς τις δυνατότητες που παρέχει στη σκέψη, είναι η πιο ισχυρή και συνάμα η πιο πνευματώδης από όλες τις γλώσσες του κόσμου." 

 

Last modified on Τετάρτη, 08 Ιανουαρίου 2014 10:45